Ο Κάρολος πολύ γρήγορα έδειξε ότι είναι ικανός να κυβερνήσει τη χώρα του.
Στη συνέχεια για να καθυποτάξει τη Σαξονία κατέκτησε πρώτα την Πολωνία, επειδή ο βασιλιάς των Πολωνών Αύγουστος ΙΙ ο καλούμενος και Ισχυρός, στήριζε τη Σαξονία. Καθαίρεσε τον Αύγουστο και ανέβασε στο θρόνο της Πολωνίας τον φιλοσουηδό Στανισλάβ Λεζύνσκι, που δεν είχε ταχθεί εναντίον του, υποχρεώνοντας και το Πολωνικό Κοινοβούλιο (Sejm) να τον αποδεχτεί.
Κατά τα έτη 1705 και 1706 ο Κάρολος 12ος εργάσθηκε για να συνάψει μια συνθήκη ειρήνης με τους Πολωνούς. Η συνθήκη υπογράφηκε αντίστοιχα στη Βαρσοβία και στο Άλτρανστεντ. Δεν πέρασε ένας χρόνος από την υπογραφή της συνθήκες και ο ανυπόμονος Κάρολος ΧΙΙ, άρχισε να σχεδιάζει τη νέα εκστρατεία του εναντίον των Ρώσων., διότι εν τω μεταξύ ο Τσάρος των Ρώσων Μέγας Πέτρος είχε καταλάβει εδάφη της Βαλτικής. Πετυχαίνοντας συμμαχία με τους Τούρκους και με ένα Κοζάκο πολέμαρχο τον Μαζέπα, αισθάνθηκε πια ότι είχε τη δύναμη να εκστρατεύσει ανατολικά ώστε να εξολοθρεύσει τους μεγάλους εχθρούς του, τους Ρώσους.Έτσι άρχισε τις προετοιμασίες του, αλλά τον βρήκε ο χειμώνας του 1708, χωρίς να έχει πετύχει τους μισούς τουλάχιστον στόχους του. Έτσι αναγκάσθηκε να επανασχεδιάσει τη στρατηγική του για τη μεγάλη εκστρατεία του, επειγόμενος μάλιστα να επιτύχει μεγάλη νίκη εναντίον των Ρώσων, πριν επέλθει ο επόμενος χειμώνας.
Η μοιραία μάχη της Πολτάβας (1709)Η κρίσιμη μάχη δόθηκε τον Ιούλιο του 1709 στην Πολτάβα, (πόλη της Ουκρανίας, ανατολικά του Κιέβου) αλλά οι Ρώσοι εξήλθαν νικητές. Η μεγάλη και σκληρή αυτή μάχη υπήρξε μια από τις πιο φημισμένες μάχες στην Ευρώπη.
Πολλοί ιστορικοί εξέφρασαν την άποψη, ότι οι Σουηδοί θα μπορούσαν να είχαν νικήσει εκεί,
αλλά ο Κάρολος είχε την ατυχία να τραυματισθεί λίγες μέρες πριν τη μάχη, στο αριστερό του πόδι και να μεταφέρεται με ένα φορείο, που το έσερναν δύο άλογα. Έτσι δεν μπορούσε να ηγηθεί των στρατιωτών του όπως συνήθιζε, στις κρίσιμες συγκρούσεις σώμα προς σώμα, στη μεγάλη αυτή μάχη. Απλώς μεταφέρονταν από τμήμα σε τμήμα του μετώπου με φορείο.
Χωρίς ηγεσία οι αξιωματικοί του, αγνόησαν τη στρατηγική του και έτσι έχασαν τη μάχη. Άλλωστε
και ο ρωσικός στρατός στη μάχη εκείνη ήταν πολυπληθέστερος Είχαν προηγηθεί και κάποιες άλλες ήττες του καταταλαιπωρημένου σουηδικού στρατού. Όπως για παράδειγμα το Σεπτέμβριο του 1708 όταν το σώμα του στρατηγού Λεβενχάουπτ έχασε όλο το Πυροβολικό του και τα εφόδια του στη μάχη του ποταμού Λιέσνα.Ο ίδιος ο Κάρολος μετά την ήττα στην Πολτάβα, κατόρθωσε να σχηματίσει ένα μικρό σώμα από τα υπολείμματα της πολεμικής μηχανής του και κατέφυγε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αρχικά στην πόλη Μπεντέρ της Μολδαβίας.
Η νίκη των Ρώσων, ουσιαστικά θεμελίωνε τη οικοδόμηση της μεγάλης Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Ο Σουλτάνος ήθελε όπως φαίνεται, να τον αποφύγει. Έτσι του πρότεινε μια συνοδεία 50.000 ανδρών για την ασφαλή επιστροφή του στη Σουηδία μέσω Πολωνίας.
Η Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη, είχε καταστεί κέντρο κάθε διπλωματικής συνωμοσίας και ίντριγκας. Από τη μια πλευρά, Σουηδοί, Γάλλοι και Ουκρανοί διπλωμάτες επιχειρούσαν να πείσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να προσχωρήσει στην αντιρρωσική συμμαχία. Από την άλλη πλευρά Πολωνοί (πιστοί στον βασιλιά Αύγουστο) και Ρώσοι αντιπρόσωποι, προσπαθούσαν να προλάβουν ένα πόλεμο.
Τελικά στα 1710 οι Ρώσοι κατόρθωσαν να επιτύχουν μια συνθήκη ειρήνης με τους Τούρκους. Ο Κάρολος δεν μπορούσε να ησυχάσει και προσπάθησε ακόμα και να ανατρέψει το Μεγάλο Βεζίρη Μεχμέντ Μπαλτατζή, χρησιμοποιώντας ανεπιτυχώς τον Πολωνό ευπατρίδη Στανισλάς Πονιατόφσκι. Πάντως ο Μπαλτατζή λίγο αργότερα απελύθη και αντικαταστάθηκε από φιλοσουηδό Βεζίρη. Την εποχή εκείνη και το σώμα των Γενιτσάρων θαύμαζε τον Κάρολο ως γενναίο πολεμιστή. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε και πολλούς πράκτορές του, που προπαγάνδιζαν υπέρ του μέσα στον Κωνσταντινούπολη, όπου τον παρουσίαζαν ως δυναμικό ηγέτη και ήρωα.
Ταυτόχρονα, υπέθαλπε στους Ουκρανούς το αντιρρωσικό μένος υποσχόμενος σε επιστολή του γραμμένη στα λατινικά ότι δεν θα έθετε τα όπλα παρά πόδα αν δεν επιτύγχανε την απελευθέρωση των Κοζάκων από την τυραννία της Μόσχας, όπως έλεγε.
Ο Τσάρος Πέτρος ο Μεγάλος με 38.000 άνδρες αντιμετώπιζε μια πολλαπλάσια σε άνδρες δύναμη. Έτσι παγιδεύτηκε στις όχθες του ποταμού Προύθου. Ο Κάρολος όταν έμαθε τα γεγονότα, έφυγε αμέσως έφιππος για να συναντήσει τα Οθωμανικά στρατεύματα. Ιππεύοντας επί 17 ώρες συνεχώς μαζί με το επιτελείο του, έφτασε στο Οθωμανικό στρατόπεδο. Ήταν όμως αργά. Οι Τούρκοι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Ρώσους, στους οποίους επετράπη να οπισθοχωρήσουν. Η απογοήτευση του Κάρολου ήταν μεγάλη. Διασώθηκε ένας διάλογός του με τον Μεγάλο Βεζίρη της Τουρκίας Μεχμέντ Μπαλτατζή και τον Χαν της Κριμαίας:
-Μεγάλε Βεζίρη, έχεις συγκροτήσει εδώ ένα εντυπωσιακό στράτευμα.
-Αυτή είναι η θέληση του Αλλάχ.
-Ναι, αλλά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά αυτός ο στρατός.
-Χρησιμοποιήθηκε πολύ καλά και αρκετά και περισσότερο δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή.
-Μα πώς μπορείς να υποστηρίξεις αυτή την συνθήκη ειρήνης ενώπιον του αυθέντου σου;
-Ο αυθέντης μου, μου έδωσε την ισχύ να πράττω εκ μέρους του και μπορώ να υπερασπιστώ τις πράξεις μου.
-Ναι, αλλά δεν υπήρχε καμιά βιασύνη, αφού οι Ρώσοι ήταν σε δύσκολη θέση. Αυτή θα έπρεπε να είχαν δεχθεί τους όρους σου.
Ο Κάρολος, παρά την απογοήτευση του προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμος, ακόμα και όταν ο αμετάπειστος βεζίρης του πρότεινε τούρκικο καφέ.
Την ίδια μέρα ξεκίνησε επιστρέφοντας στο Μπεντέρ. Η μεγάλη προσπάθειά του να σχηματίσει την μεγάλη αντιρωσική συμμαχία, μετά την ήττα του στην Πολτάβα, είχε αποτύχει.
Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν σταμάτησε τις προσπάθειές του να πείσει τους Τούρκους να αρχίσουν εχθροπραξίες εναντίον των Ρώσων, κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1711 και του 1712. Υπόσχονταν ακόμα και στο Σουλτάνο, ότι μια Σουηδική στρατιωτική δύναμη θα μπορούσε να επιτεθεί και εναντίον της Πολωνίας από τη Δύση εάν οι δυνάμεις του Αχμέντ εκινούντο από τα νότια. Όμως ο Κάρολος, δεν μπορούσε να επηρεάσει τα πράγματα. Οι πράκτορες της Ρωσίας και του Πολωνού βασιλιά Αύγουστου ΙΙ, που τον είχε εκθρονίσει ο Κάρολος κατόρθωσαν να ποδηγετήσουν την Οθωμανική ηγεσία. Ο Κάρολος ανήσυχος, διεμήνυε στους αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη να εντείνουν τις προσπάθειές τους. Μάταια όμως.
Στις 31 Οκτωβρίου 1712 βεζίρης έγινε ο Σουλεϊμάν Πασάς. Το κλίμα άλλαξε. Οι πράκτορες της Ρωσίας φυλακίστηκαν και η Τουρκία κήρυξε την άνοιξη του 1713 πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Το όραμα του Κάρολου για την αντιρωσική συμμαχία είχε αρχίσει να ζωντανεύει. Ο ίδιος ο Σουηδός βασιλιάς, έστελνε επιστολές στη Σουηδία στον κόμη Μάγκνους Στέμποκ να στείλει Σουηδικό στρατό κατά μήκος της Βαλτικής Θάλασσας. Όμως το βασιλικό συμβούλιο της Σουηδίας απαυδισμένο από τις πολεμικές περιπέτειες του βασιλιά που έλειπε και κάποια χρόνια από το βασίλειό του, αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει αυτή την εκστρατεία.
Εν τω μεταξύ ο Αύγουστος ΙΙ της Πολωνίας, συνέχισε τις προσπάθειές του να πείσει τον Χαν της Κριμαίας και τον κυβερνήτη του Μπεντέρ Ισμαήλ Πασά μην πολεμήσουν τους Ρώσους του Μεγάλου Πέτρου. Ο Κάρολος ζητούσε χρήματα από το Σουλτάνο για να εξοπλίσει το στράτευμά του. Οι σχέσεις Κάρολου- Σουλτάνου είχαν εκτραχυνθεί. Ο βεζίρης διέταξε να απομονωθεί η Σουηδική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης.
Τότε φαίνεται, πως οι Τούρκοι, ενοχλημένοι από τις πολεμικές διαθέσεις του Κάρολου τον διέταξαν να μετακινηθεί προς το Διδυμότειχο, ενώ προσωπικότητες και πράκτορες των Τούρκων και των Κριμαίων διέσπειραν φήμες, ότι ο Κάρολος συμμάχησε κρυφά με τον εχθρό του Τσάρο Πέτρο για να βαδίσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης, που ήταν το μεγάλο όνειρο όλων των Τσάρων της Ρωσίας.
Ήταν 31 Ιουλίου 1713 όταν ο Κάρολος πήρε επιστολή από τον Σουλτάνο, ότι ο Χαν της Κριμαίας και ο Ισμαήλ Πασάς διατάχθηκαν να τον συνοδεύσουν έως την Πολωνία. Εάν μάλιστα αρνηθεί, να υποχρεώσουν τον Κάρολο να εγκαταλείψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Κάρολος περιχαρακώθηκε αμέσως στο στρατόπεδο του Μπεντέρ. Πριν επιτεθούν οι Οθωμανοί έστειλαν μια αντιπροσωπεία σεβάσμιων γερόντων να τον πείσουν να φύγει συμμορφούμενος προς τη σουλτανική διαταγή.
Εύθικτος ο Κάρολος, απέρριψε αμέσως την πρόταση.
-Αν δεν θέλετε, τους είπε, να θίξετε τη βασιλική μου τιμή, και την υπόληψη, με αυτά που μου λέτε, να σηκωθείτε να φύγετε αμέσως γιατί θα σηκωθώ και θα σας κόψω τα γένια!!! Να πείτε στο Σουλτάνο, ότι μου υποσχέθηκε στρατό για πόλεμο και όχι συνοδεία για να φύγω.
Οι τρεις γέροντες αποχώρησαν μονολογώντας, ότι αυτός ο βασιλιάς ήταν ένας αμετάπειστος «ντεμίρ καφαλή» (δηλαδή σιδηροκέφαλος).
Τελικά, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν ο Κάρολος συνελήφθη αιχμάλωτος με το επιτελείο του. Η σύλληψή του αναστάτωσε το Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη λόρδο Σάττον, που διαμαρτυρήθηκε έντονα στο Σουλτάνο. Αυτός, έκανε ότι έκαναν όλοι οι Σουλτάνοι. Ξήλωσε τον Χαν της Κριμαίας και τον Μεγάλο Βεζίρη και τους εξόρισε. Επίσης απομάκρυνε τον Ισμαήλ Πασά του Μπεντέρ.
Μεγάλος βεζίρης διορίσθηκε ο ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς, ο οποίος άφηνε ελπίδες, ότι ο πόλεμος εναντίον της Ρωσίας θα γίνει. Κινητοποίησε μάλιστα 30.000 Βόσνιους στρατιώτες. Οι εχθροί του όμως, τον διέβαλαν στο Σουλτάνο, ότι με τους Βόσνιους θα επιχειρήσει να τον ανατρέψει και να πάρει την εξουσία για λογαριασμό του. Ο Ιμπραήμ συνελήφθη και… εκτελέστηκε. Άλλη μια ελπίδα του Κάρολου χάθηκε. Διάδοχος στη βεζιρεία, ήταν ο Αλί Κουμιουρτζή, εχθρικά διακείμενος προς το Σουηδό βασιλιά, ο οποίος προσανατόλισε την τουρκική εξωτερική πολιτική προς την κατεύθυνση της ειρήνης με την Πολωνία και τη Ρωσία. Η συνθήκη ειρήνης με τη Μόσχα υπεγράφη το 1713 και με τη Βαρσοβία τον Απρίλιο του 1714. Ο Αύγουστος αναγνωρίσθηκε από την Υψηλή Πύλη ως βασιλιάς της Πολωνίας με πλήρη δικαιώματα στη χώρα του.
Το όραμα του Κάρολου για τη μεγάλη συμμαχία είχε οριστικά καταρρεύσει.
Η επιστροφή του στη Σουηδία
Στα Οθωμανικά εδάφη παρέμεινε έως το 1714. Την 1η Οκτωβρίου του έτους εκείνου έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής στη μακρινή Σουηδία. Οι Τούρκοι παρά το γεγονός ότι τον είχαν σε περιορισμό στο Διδυμότειχο, το επιδαψίλευσαν βασιλικές τιμές, ευχαριστημένοι γιατί έφευγε από την ευθύνης τους ένα μεγάλο πρόβλημα. Κατά τον Βολταίρο, του πρόσφεραν ένα χατζάρι διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους, οκτώ αραβικά άλογα, με σέλες που είχαν ασημένιους αναβολείς και μια μεγάλη βασιλική πορφυρή σκηνή με χρυσά σειρήτια. Στη συνοδεία του διατέθηκαν και πολλά αμάξια με διάφορα τρόφιμα και άλλα εφόδια. Επίσης του χάρισαν τους τόκους των δανείων που είχε συνάψει κατά την παραμονή του στα εδάφη τους.
Η παράδοση της αρμενικής παροικίας της Σουηδίας αναφέρει, ότι μια ομάδα Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τον ακολούθησε και εγκαταστάθηκε στη Σουηδία, όπου σταδιακά ενσωματώθηκε στη νέα κοινωνία. Άλλωστε την εποχή εκείνη πολλοί Αρμένιοι υπηρετούσαν στη Σουηδική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ των οποίων και ο απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Παρισίων Αγκόπ Τσιαμιτσιάν και ο Οβανές Μουρατζιάν. Οι αναφορές του τελευταίου για τις δραστηριότητές του, διασώζονται σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα και είναι αντικείμενο μελέτης πολλών ιστορικών ερευνητών.
Όταν έφτασε στα σύνορα της Τρανσυλβανίας ζήτησε από τους Τούρκους της συνοδείας του να επιστρέψουν και αυτός μόνος με ένα ιπποκόμο του, φορώντας μαύρη περούκα, χρησιμοποιώντας γερμανικό όνομα, μετά από πορεία 16 ημερών έφτασε στην πόλη Στράλσουντ, όπου ανέλαβε και πάλι τα βασιλικά του καθήκοντα. Για να μπορέσει μάλιστα να κοιμηθεί εκεί, μετά την πορεία των 16 ημερών, του έκοψαν τις μπότες γιατί είχαν πρησθεί τα πόδια του!!!
Χωρίς να χρονοτριβεί ετοίμασε μια νέα εκστρατεία για να ξαναπάρει πίσω τα εδάφη που του είχαν αρπάξει κατά τη διάρκεια της απουσίας του. Η εκστρατεία αυτή, που έγινε το 1715 δεν είχε καλή έκβαση για τον Κάρολο.
Πάντως όταν επέστρεψε στη Σουηδία, παρέμεινε 2,5 χρόνια στη πόλη Λουντ, όπου παρακολουθούσε στα βασιλικά διαμερίσματά του ακαδημαϊκές διαλέξεις, ενώ καλούσε συχνά ειδικούς στην ανάπτυξη βιομηχανίας για να ενημερώνεται. Πρόλαβε να μεταρρυθμίσει το τότε ημερολόγιο, το οποίο όμως τέθηκε σε ισχύ 35 χρόνια μετά το θάνατό του. Οργάνωσε ταχυδρομική υπηρεσία και όρισε πρώτος αυτός, η κίνηση στους δρόμους να γίνεται από τη δεξιά πλευρά. Οι διάδοχοι έσπευσαν αμέσως να το καταργήσουν ορίζοντας την κίνηση στην αριστερή πλευρά των δρόμων. Την κακή αυτή επιλογή των διαδόχων του διατήρησε η Σουηδία έως το 1967, οπότε υποχρεώθηκε με μεγάλο κόστος να επαναφέρει την κίνηση από δεξιά!!!
Όταν ο Κάρολος επέστρεψε στην πατρίδα του, αλλά και κατά τη διάρκεια της ακούσιας παραμονής του στη Θράκη, ενδιαφέρθηκε πολύ για την μόρφωσή του. Από την ιδιότυπη εξορία του, μελέτησε τον Τουρκικό και Μεσανατολικό πολιτισμό και οργάνωσε τρεις επιστημονικές αποστολές στα εδάφη του Λιβάνου. Από την τόσο μακρινή απομόνωσή του, διατηρούσε επαφές με τη Σουηδία και ειδικά με τους αρχιτέκτονες στους οποίους είχε αναθέσει την ανέγερση των Ανακτόρων του.
Ανυπόμονος και παρορμητικός ο Κάρολος, δεν μπορούσε να περιμένει πολύ, παρά την εμφανή κόπωση των Σουηδών από τους πολυετείς πολέμους και την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης, που έκανε τη χώρα φτωχότερη.
Έτσι, άρχισε ένα νέο πόλεμο, εναντίον της Νορβηγίας. Ο πόλεμος όμως αυτός αποδείχθηκε μοιραίος για τον Κάρολο. Στις 30 Νοεμβρίου 1718 πυροβολήθηκε στο κεφάλι ενώ έδινε τις διαταγές για τη μάχη του οχυρού Φρέντρικστεν, στους αξιωματικούς του και πέθανε σχεδόν αμέσως. Έχασε τη ζωή του σαν ήρωας στο πεδίο της μάχης για ό,τι αγάπησε και για ό,τι έκανε σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Διατυπώθηκαν μάλιστα και θεωρίες ότι ο Κάρολος πυροβολήθηκε από συνωμότες, αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε ποτέ.
Ήταν μόλις 36 ετών όταν έχασε τη ζωή του από την αδέσποτη σφαίρα στη Νορβηγία. Τον τίμησαν οι Σουηδοί, που τραγούδησαν τα κατορθώματά του. Θεώρησαν ότι ήταν ο τελευταίος αληθινός Βίκινγκ που λάτρευε να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο καταπρόσωπο σαν γνήσιος πολεμιστής. Οι εκστρατείες του Κάρολου 12ος έμειναν στην ιστορία σαν «Ο μεγάλος Σκανδιναβικός Πόλεμος». Ο ίδιος έμεινε στην σουηδική ιστορία σαν ο βασιλιάς του πολέμου.
Ο χώρος, που σήμερα-κατά την προφορική παράδοση των κατοίκων- φέρεται σαν «φυλακή του Καρόλου» στο Διδυμότειχο, είναι μια ιδιότυπη ανήλιαγη και κάθυγρη σπηλιά, σκαμμένη από ανθρώπινο χέρι στον πορώδη βράχο, προς την κορυφή του Κάστρου από την νοτιοδυτική πλευρά. Οι διαστάσεις του είναι περίπου 2Χ2 μέτρα και το ύψος του 1,5 μ.
Στη μνήμη των γερόντων, ο σκοτεινός αυτός χώρος, ήταν γνωστός επί Τουρκοκρατίας με την ονομασία «Ζιντάν» που σήμαινε, φοβερή κατασκότεινη φυλακή, ένα αληθινό κάτεργο. Η λέξη αυτή χρησιμοποιήθηκε για την τεχνητή αυτή σπηλιά, σε αντιδιαστολή με την τουρκική λέξη «χαπισχανέ» που σημαίνει την κανονική φυλακή με κελιά κρατουμένων και εσωτερικές αυλές.
Έχει σχήμα περίπου ορθογώνιο και στο κέντρο της διατηρείται ένα κομμάτι ατόφιου απελέκητου βράχου, που λειτουργεί σαν δοκός στήριξης της οροφής, Το πέτρινο δάπεδο είναι γεμάτο με μεγάλα λαξευτά κοιλώματα, ημισφαιρικού ή κωνικού σχήματος. Στους τοίχους διασώζονται επίσης κάποιες λαξευτές κόγχες, που προφανώς χρησιμοποιούνταν σαν πρόχειρα ράφια και σαν βάση για τοποθέτηση κεριών ή λυχνοστατών. Το μόνο ισχνό φως που μπαίνει μέσα, είναι από την μικρή είσοδο.
Η διάταξη αυτών των τεχνητών κοιλωμάτων υποδεικνύει ότι χρησίμευαν για τον τοποθέτηση μεγάλων πιθαριών, στα οποία αποθηκεύονταν είτε σιτηρά είτε κρασί είτε και νερό ειδικά για τις περιστάσεις πολιορκιών, αν και το Κάστρο του Διδυμοτείχου είχε ειδικές δυνατότητες ύδρευσης από τον παρακείμενο Ερυθροπόταμο. Δεδομένου ότι εν επαφή σχεδόν με την «φυλακή Καρόλου» υπήρχε μοναστικό συγκρότημα ελάχιστα τμήματα της τοιχοποιίας του οποίου διασώζονται και σήμερα, μπορούμε άνετα να εικάσουμε ότι ο υπόγειος αυτός χώρος δεν ήταν παρά μια καλά οργανωμένη μοναστηριακή αποθήκη. Και φυσικά το πιθανότερο όλων ήταν, να είχαν διατεθεί στον Κάρολο και τη συνοδεία του χώροι και κελιά του μοναστηριού αυτού. Άλλωστε η διαμονή του στο Διδυμότειχο, ισοδυναμούσε με μια οιονεί «εικονική» κατ’ οίκον κράτηση.
Κατά τον Βολταίρο ο Κάρολος μετά την «αιχμαλωσία» του στο Μπεντέρ μεταφέρθηκε στο χωριό Ντεμιρτάς της Αδριανούπολης και από εκεί με απόφαση του σουλτάνου και του Μουφτή, αποφασίσθηκε να οδηγηθεί στο Διδυμότειχο ή σε ένα νησί του Αιγαίου. Ο ίδιος προτίμησε το Διδυμότειχο, γιατί επικοινωνούσε άνετα με την Κωνσταντινούπολη αλλά και με τη Σουηδία. Απέφυγε να συγχρωτίζεται με τους παράγοντες της τοπικής οθωμανικής εξουσίας, και παραμένοντας στο χώρο που του είχε διατεθεί, είχε μια μόνο σκέψη. Πώς να στρέψει την Τουρκία εναντίον της Ρωσίας. Επίσης μελετούσε πολύ τον Ρακίνα και τον ποιητή Ντεσπερέ. Αγαπημένη τραγωδία ήταν ο «Μιθριδάτης» ενώ παράλληλα έδειχνε ενδιαφέρον για τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Στο Διδυμότειχο τον βρήκαν τα γράμματα της αδελφής του, που τον προειδοποιούσε ότι τα γειτονικά κράτη, λόγω της απουσίας του αρπάζουν εδάφη του βασιλείου του. Έτσι άρχισε να ωριμάζει και η απόφαση για την επιστροφή του, αφού δεν τον βοηθούσε ο σουλτάνος να επιτεθεί στη Ρωσία.
Μητροπολίτης Διδυμοτείχου την εποχή εκείνη (1708-1714) ήταν ο Ιωακείμ.
Ο Κάρολος μεγαλομανής όπως ήταν θέλησε να εντυπωσιάσει τους Οθωμανούς κατά την αποχώρησή του. Έτσι έστειλε ένα επιτελή του, που τον έχρισε πρεσβευτή, στην Κωνσταντινούπολη για να αποχαιρετίσει επίσημα την Υψηλή Πύλη. Τον πλαισίωσε μάλιστα με 80 κατοίκους του Διδυμοτείχου, που τους έντυσε φανταχτερά, σαν πάμπλουτους αυλικούς.
Η ουσία είναι, ότι ο Κάρολος συνέδεσε τη ζωή του με το Διδυμότειχο, όπου παρά την προφορική παράδοση, δεν ήταν φυλακισμένος με την συνήθη έννοια του όρου, αλλά προφανώς περιορισμένος, μέχρι να… τον ξεφορτωθούν οι Τούρκοι για να μην τους δημιουργεί προβλήματα.



